ΜΕΝΟΥ
ΕΛ ΕΝ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΑΡΧΑΛΗΣ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Ο σύλλογος κρητικής μουσικής νομού Χανίων ο Χάρχαλης ιδρύθηκε το 1976 από τους λαϊκούς καλλιτέχνες του νομού , με σκοπό τη διατήρηση της μουσικής παράδοσης της Κρήτης, την διάσωση και την εξέλιξη του λαϊκού μας πολιτισμού.

Κατά τη διάρκεια της υπερτριακονταετους πορείας του έχει δώσει τη δυνατότητα σε όλους όσους ενδιαφέρονται να διδαχτούν τη γνήσια παραδοσιακή μουσική του νησιού μας . έχει ανάπτυξη επίσης πλούσια δισκογραφική δραστηριότητα , εκδίδοντας μια σειρά από δίσκους και cd με ιστορικές ηχογραφήσεις , έτσι ώστε οι νεότεροι να έχουν τη δυνατότητα να ακούσουν της παλιές αυθεντικές εκτελέσεις των μεγάλων δημιουργών. Ο σύλλογος συνεργάζεται με το πανεπιστήμιο Αθηνών και με γνωστούς μουσικολόγους γύρω από θέματα που αφορούν τη ντόπια μουσική παράδοση. διατηρεί αίθουσα που είναι παράλληλα εντευκτήριο και μουσείο φωτογραφείων και οργάνων στην οδό ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε. 26 των Χανίων όπου οι ντόπιοι καλλιτέχνες ανταλλάσσουν απόψεις και αποδίδουν με κέφι και μεράκι τη γνήσια μουσική μας παράδοση .

ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΑΚΗΣ

ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΑΚΗΣ (1924-2002)

Ο Χαρίδημος έμαθε τα ταμπαχανιώτικα από το θείο του, Νικόλαο Κουρκουμελάκη ή Κουρκουμελή (1903-1986), από την Κάτω Σούδα, διάσημο μπουλγαρίστα της εποχής του, ο οποίος άφησε όνομα για την τέχνη και το πάθος που έπαιζε τα τραγούδια αυτά, τα έλεγε δε και «γυρογιαλίτικα». Τα τραγουδούσαν, εκτός τις παρέες, στα ταβερνάκια, στα καφενεία και στους «νταμπάδες», οντάδες όπου έμεναν οι θαμώνες του «χανιού». Τότε τα θεωρούσαν, έλεγε, κατώτερα τραγούδια, διότι ήταν λίγο μάγκικα, παραπονιάρικα, του λιμανιού.

Τα ταμπαχανιώτικα τα τραγουδούσε και τα έπαιζε ο Χαρίδημος με μπουζούκι και λαγούτο, πολύ γλυκά, και η σύζυγός του Φωφώ (γεννήθηκε το 1932) τα τραγουδούσε πολύ ωραία, στο στιλ της εποχής της.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Χαρίδημου Κουρκουμελάκη, στην Κάτω Σούδα έπαιζαν μπουλγαριά οι: Χατζήνας (ο πρώτος δάσκαλος κατά τον Χαρίδημο) ο Βλάχος ο Νικολής ή Βλαχονικολής, ο Βόλακας και, φυσικά, ο θείος του, ο Κουρκουμελής.

ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΗΜΑΝΩΛΗΣ

ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΗΜΑΝΩΛΗΣ (1919-1995)

Ήρθε από τη Μικρά Ασία στα Χανιά σε ηλικία τριών χρονών. «Τα ταμπαχανιώτικα παίζονταν πάρα πολύ στην πόλη των Χανίων απ’ όλους σχεδόν τους παλιούς που έπαιζαν στα Χανιά και στα πέριξ, δηλ. Ταμπακαριά, Κάτω Σούδα, στα Νεροκούρου, στα Τσικαλαριά, στη Χαλέπα, στη Νέα Χώρα κλπ, ανεξαρτήτως οργάνου και περισσότερο με μπουλγαρί βέβαια. Παιζόντουσαν στα καφενεία, στις ταβέρνες και σε τεκέδες, που ειδικά στην κατοχή ήταν πάρα πολλοί γιατί οι Γερμανοί αφήνανε ελεύθερα να φουμέρνουνε και πήγαιναν μαυραγορίτες, μερα- κλήδες, λαθρέμποροι, αγαπητικοί. Εκεί παίζανε με διάφορα όργανα, αλλά κυρίως με μπουζούκια, μπαγλαμάδες και λιγότερο με μπουλγαριά». Θυμάται παλιούς όπως τον Βερναδάκη τον Κώστα, τον Πρωτογερή, τον Κοτζαμάνη, τον Βλάχο, τον Κουρκουμελή, που έπαιζαν μπουλγαρί, και άλλους επίσης τον Αντώνη Παπαμαρκάκη ή Τσεσμέ, τον Δαχτυλά τον Αλέκο, τον Χατζηγιώργη, που έπαιζαν σαντούρι, και με τους οποίους συνεργάστηκε σε μαγαζί της εποχής. Οι περισότεροι που έπαιζαν σαντούρι, λέει, ήταν μαθητές του Λουκά του Μπέρτου.

Ταμπαχανιώτικα έπαιζαν και ο Κουφιανός και ο πατέρας του Ναύτη. Μας λέει επίσης ότι το 1936 ήρθε στα Χανιά η ξακουστή «Τετράς του Πειραιά», (ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Γεώργιος Μπάτης και ο Αρτέμης Δελιάς) και έπαιξαν στη Σπλάντζια. Από τότε επηρεάστηκε τόσο πολύ και αποφάσισε να πάρει δικό του μπουζούκι, ενώ πριν έπαιζε με όργανα άλλων, του Μαστοράκη, του Κασιώτη. Λέει ακόμα ότι πριν έρθει ο Μάρκος στα Χανιά γλεντούσαν και έπαιζαν ως επί το πλείστον ταμπαχανιώτικα. Μετά βγήκαν πολλοί που έπαιζαν μπουζούκι.
«Υπήρχε κάποιος που είχε καφενείο στα σκαλάκια της Αγοράς, ο Πρωτογερής, και έπαιζε μπουλγαρί και θυμάμαι που έρχονταν Ρεθυμνιώτες πλούσιοι, τους έπαιζε και γλεντούσαν μέρες ατέλειωτες. Υπήρχε του Μούνταβρη το καφενείο που ήταν και τεκές.

Υπήρχε ένας από το Βαμβακόπουλο που έπαιζε με ούτι τα ταμπαχανιώτικα, που τον έλεγαν Πρόδρομο. Υπήρχε μετέπειτα μια κομπανία Εβραίων, ο ένας έπαιζε κιθάρα, ο άλλος μαντολίνο και ο άλλος βιολί και έπαιζαν πολλά πράγματα αλλά έπαιζαν και ταμπαχανιώτικα. Την ίδια εποχή περίπου βγήκαμε και εμείς, δηλαδή εγώ, ο Ναύτης, οι Σαπουνήδες, ο Χαρίδημος ο Κουρκουμελής, ο Βασιλοδημήτρης, το φτωχάκι ο Γιώργης και άλλοι, αλλά επειδή εμείς παίζαμε και ρεμπέτικα και κρητικά και ταμπαχανιώτικα, παίζαμε με μπουζούκι τρίχορδο. Υπήρχαν δύο καφενεία-τεκέδες στη Σπλάντζια, του Μπάρμπα Μανόλη του Στρογγυλού και του Μούνταβρη, και του Τρικούπη στα Λενταριανά. Μαγαζιά ήτανε του Λαμπαθέ που παίζαμε με τον Ναύτη στου Μπόλαρη, της Μαρίνας στο λιμάνι, του Τρίφωνα στη Νέα Χώρα. Από μένα βγήκε ο Κατινάρης, ο Βασιλοδημήτρης και άλλοι πολλοί. Το φτωχάκι ο Γιώργης έπαιζε κρητικά στο μπουζούκι, το επίθετό του δεν το θυμάμαι.» Αναφέρει επίσης τον Κουτσουρέλη τον Γιώργη, τον Φουσταλιέρη, κάποιον Περικλή από τα Περβόλια Χανίων, τον Ροζάκη, τον Τζιμάκη και άλλους.

ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΗΣ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΑΚΗΣ ή ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΗΣ (1911- 1992)

Ο Στέλιος Φουσταλιέρης μας λέει ότι για να παίξεις, να τραγουδήσεις και να συνθέσεις τα τραγούδια αυτά πρέπει να έχεις μέσα σου πόνο, πάθος και αγάπη για τη μουσική αυτή. Για τον θείο του, Αντώνη Καρεκλά, με τον οποίο συνεργάστηκε κι έβγαλε δίσκους, έλεγε ότι ήταν σχολή που περάσανε όλοι στο Ρέθυμνο. Αναφέρει τον Αγιούτη τον Γιώργο, τον Βλαδίμηρο Πλουμιστάκη, τον Γιάννη τον Αρμένη που έπαιζε ούτι.

Ο Γιάννης ο Αρμένης, ο Καρεκλάς, ο Αραμπατζόγλου ο Μιχάλης που έπαιζε σαντούρι και ο Φουσταλιέρης μπουλγαρί, είχαν κάνει κομπανία και έπαιζαν ταμπαχανιώτικα και όχι μόνο. Επίσης μας διηγείται για δύο καλούς κατασκευαστές μπουλγαριών, τον Γιάννη Παπαδάκη και τον Γεώργιο Πολιουδάκη ή Χαλίλη από τα Περβόλια Ρεθύμνης, ο οποίος ήταν και παίχτης μπουλγαριού. Μας λέει ότι στα Χανιά υπήρχαν από παλιά ο «Σταφιδιανός», ο «Χτικιάρης» και η «Καρότσα». Επίσης λέει για την επιρροή του από τους ρεμπέτες, όταν πήγε στην Αθήνα το 1933, καθώς όταν γύρισε έβγαλε τα «ρεμπέτικα της Κρήτης», όπως τα έλεγε, και έγινε πριμαδόρος (σολίστας), με συνοδεία κιθάρας. Λέει ακόμα ότι στο Ρέθυμνο υπήρχαν και δυο Τουρκοκρητικοί, ο Χασάνης που ήταν κουτσός και ο Γιούνης, οι οποίοι έπαιζαν μπουλγαρί. Επίσης ο Κανελάκης, που ήταν αδερφός της μάνας του, έπαιζε μπουλγαρί.

Στο Ρέθυμνο παίζανε πολλοί μπουλγαρί αλλά λίγοι ήταν καλοί, έπαιζαν άχρονα για το κέφι τους οι περισσότεροι, και ήταν ερασιτέχνες. Το μπουλγαρί παιζόταν κατά κανόνα στα αστικά κέντρα των νομών Χανίων και Ρεθύμνου. Λέει, δε, ότι στα Χανιά εκτός από το μπουλγαρί, επικρατέστερα όργανα ήταν το βιολί και το λαγούτο. Στο Ρέθυμνο έπαιζαν μαντολίνα, μπουλγαριά και λύρες. Το λαγούτο πήγε στο Ρέθυμνο το 1930, το πήγε ο Ψύλος, τότε το γνώρισε και ο Φουσταλιέρης. Στο Ηράκλειο έπαιζαν βιολιά και κιθάρες και στο Λασίθι βιολί, κιθάρα και νταουλάκι. Είχε πολλές φιλίες στα Χανιά και ερχόταν συχνά, φίλος με τον Κουτσουρέλη, τον Ναύτη, τον Σαρημανώλη και άλλους, που έκαναν παρέες. Μας λέει ακόμα, όπως όλοι, ότι αυτά τα τραγούδια είναι καθιστικά, δεν χορεύονται, τα έπαιζαν σε παρέες, σε ταβέρνες, σε καφενεία.

ΤΖΙΜΑΚΗΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΖΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ή ΤΖΙΜΑΚΗΣ (1913 - 2004)

Ο Τζιμάκης θυμάται στο Ρέθυμνο κάποιον Καραμπέτη, τον Αγιούτη τον Γιώργη, ο οποίος έπαιζε μπουλγαρί, και τον Γιάννη τον Αρμένη που έπαιζε ούτι, τον Μπαξεβάνη, τον Φουσταλιέρη, τον Καρεκλά, τον Αντώνη Βογιατζή, τον Βλαδίμηρο Πλουμιστάκη, αλλά «ο Μέγας Φουσταλιέρης ήταν ο καλύτερος», όπως έλεγε.

Επίσης μας λέει ότι στα Χανιά έμαθε πολλά από τους αμαξάδες, τους ταμπάκηδες, από διάφορους που τα τραγουδούσαν και από παλιούς μουσικούς. Στα Χανιά υπήρχε από πολύ παλιά ο «Σταφιδιανός» που τον έβγαλε ο Μεχμέτ Μπέη Σταφιδάκης, ο «Χτικιάρης», η «Καρότσα», το «Νενέ μου» και άλλα.

«Τα τραγούδια αυτά» έλεγε, «είναι δύσκολα, περίπλοκα, ανατριχιαστικά, παθητικά (παραπονιάρικα) και στο τραγούδι και στο παίξιμο. Για να τα τραγουδήσεις σωστά πρώτα πρέπει να έχεις το χάρισμα της φωνής, να ξέρεις να κάνεις λαρυγγισμούς, τελείες, κόμματα, παύσεις και να είσαι νταγλκα- διασμένος με κάτι τι, να έχεις πάθος. Αυτό είναι το μυστικό, και αν αγαπάς το καλύτερο.»

ΝΑΥΤΗΣ

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ή ΝΑΥΤΗΣ (1920-2003)

Ο Ναύτης μας λέει ότι: «το πρώτο μπουλγαρί που γνώρισα εγώ ήταν ο Κωστής ο Βερναδάκης τον οποίο σκότωσαν οι Γερμανοί το 1940. Ήταν παλιός διότι φαντάρος ήταν το 1926. Ίδια περίπου ηλικία με τον Κουρκουμελάκη Νίκο ή Κουρκουμελή και τον Βλάχο. Παλιός επίσης ήταν και ο Δροσερός ή Μπουλαντέρης από το Δραπανιά Κισσάμου (1878-1949). Αυτοί ήταν οι καλοί τεχνίτες του μπουλγαριού».

Επίσης μας λέει ότι υπήρχε κάποιος Δαχτυλάς ο οποίος έπαιζε με σαντούρι τα ταμπαχανιώτικα πολύ ωραία, έμενε στη Σπλάντζια και μετά πήγε στο Ηράκλειο. Την ίδια εποχή έπαιζε και ο Αντώνης ο Παπαμαρκάκης ή Τσεσμές και ο Χατζηγεωργίου ο Γιώργης ή Χατζηγιώργης (1900-1987), οι οποίοι έπαιζαν ταμπαχανιώτικα με το σαντούρι, αλλά περισσότερο μικρασιάτικα. Μετά από αυτούς, που ήταν οι σπουδαιότεροι, βγήκαν οι νεώτεροι: «εγώ, ο Σαρημανόλης, οι Σαπουνήδες, το φτωχάκι, ο Βασιλοδημήτρης και άλλοι, αλλά τα παίζαμε με μπουζούκι».

Παίζανε επίσης ο Κατσουλάκης Νικόλαος ή Κουφιανός (1877- 1947), ο Κουτσουρέλης ο Γιώργος (1914-1994), ο πατέρας του Ναύτη που έπαιζε βιολί (Παπαδάκης Βασίλης ή Κοπανίδης, 1880-1949) και ο Χαρίλαος Πιπεράκης (1888-1978) που ηχογράφησε πρώτος στην Αμερική ταμπαχανιώτικα. Τραγουδιστές ήταν πολλοί, ο Θεοχάρης Τζινευράκης, ο Λαρέντζος ο Γιώργης, ο Τζιμάκης, ο Κοντόπυρος ο Αντώνης, ο Γρηγόρης Μαθιουδάκης και άλλοι. Για τον Στέλιο Φουσταλιεράκη ή Φουσταλιέρη ο Ναύτης μας λέει ότι του χρωστάμε ευγνωμοσύνη διότι χωρίς αυτόν θα είχε χαθεί το μπουλγαρί ως όργανο και ως παίξιμο, καθώς και πολλές μελωδίες ταμπαχανιώτικων.

Ο Φουσταλιέρης ήταν ο πρώτος που έκανε τόσο σπουδαία δισκογραφία για τα τραγούδια αυτά, διασώζοντας παλιές μελωδίες, συχνά με δικούς του στίχους, ενώ έκανε πάρα πολλές δικές του συνθέσεις.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΑΪΝΑΚΗΣ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΑΪΝΑΚΗΣ

Ο Στέλιος Λαϊνάκης γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Καλάθενες Κισσάμου του νομού Χανίων. Είναι Αρχιτέκτονας Μηχανικός, παντρεμένος με την Έφη Κουλοβάτου και πατέρας δύο παιδιών. Γνώρισε από πολύ μικρός την κρητική μουσική στην πηγή της, την Κίσσαμο, μιας και ο πατέρας του ήταν σπουδαίος τραγουδιστής και χορευτής των κρητικών χορών, και όχι μόνο, φημισμένος γλεντζές της εποχής του. Σήμερα, εκτός από συλλέκτης και ερευνητής, ο Στέλιος Λαϊνάκης είναι καταξιωμένος δεξιοτέχνης στο σολιστικό (μπερντελίδικο) τρόπο παιξίματος του λαγούτου (με πρότυπο τον αείμνηστο Γεώργιο Κουτσουρέλη) και στο μπουλγαρί (με πρότυπο τον Στέλιο Φουσταλιεράκη ή Φουσταλιέρη). Οι εμφανίσεις του περιλαμβάνουν το Μέγαρο Μουσικής της Αθήνας (2002 και 2012), το Δημοτικό Θέατρο της Μπολόνια, το θέατρο Φοίνικας της Βενετίας και πολλά ακόμα θέατρα στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Διαθέτει ενδιαφέρουσα συλλογή μουσικών οργάνων από όλο τον κόσμο, καθώς και σπάνιων δίσκων και ανεκτίμητων ηχογραφήσεων παλιών μουσικών.

Συνεργάστηκε με πολλούς από τους κορυφαίους Κρήτες καλλιτέχνες. Δάσκαλοί του, οι οποίοι τον επηρέασαν περισσότερο, ήταν ο Κώστας Παπαδάκης ή Ναύτης, ο Χαράλαμπος Παπουτσάκης, ο Γεώργιος Κουτσουρέλης, ο Στέλιος Φουσταλιεράκης, ο Γεώργιος Τζαγκαράκης ή Τζιμάκης και ο Νικόλαος Σαρημανόλης. Ο Στέλιος Λαϊνάκης συμμετείχε στο μεγαλύτερο μέρος της δισκογραφίας του Ναύτη, κατά τη διάρκεια 30 χρόνων μουσικής και ερευνητικής συνεργασίας. Πρόλαβε να γνωρίσει και να παίξει μουσική μαζί με τον Νικόλαο Χάρχαλη, τον Νικόλαο Σαριδάκη ή Μαύρο, τον Μιχάλη Ανδρουλάκη, τον Λεφόγιαννη, τον Μιχάλη Κουνέλη, τον Φώτη Κατράκη, τον Σταύρο Καντηλιεράκη, τους Μιχάλη και Βαγγέλη Πολυχρονάκη, τον Μανόλη Μανιουδάκη ή Μανιό, τους Μανόλη και Βασίλη Καρτσωνάκη, τον Γρηγόρη Μαθιουδάκη, τον Στέφανο Καρεφυλλάκη, τον Πέτρο Καρμπαδάκη και άλλους. Πολύ σημαντική ήταν η γνωριμία του με τον Χαρίδημο και την Φωφώ Κουρκουμελάκη από τους οποίους έμαθε άγνωστα ταμπαχανιώτικα.

Ερεύνησε και μελέτησε τις ρίζες της κρητικής μουσικής παράδοσης και συγκέντρωσε μοναδικά ηχητικά ντοκουμέντα τόσο από αυτήν, όσο και από τη παραδοσιακή μουσική της υπόλοιπης Ελλάδας και του κόσμου γενικότερα. Συνεργάστηκε με καταξιωμένους Έλληνες και ξένους μουσικολόγους όπως τον Γεώργιο Αμαριανάκη, τον Λάμπρο Λιάβα, τον Γεώργιο Παπαδάκη, τον Νίκο Διονυσόπουλο, τον Roberto Leydi, την Tullia Magrini και άλλους. Μέρος της μεγάλης αυτής ερευνητικής δουλειάς παρουσιάζεται σε δύο βιβλία για την κρητική μουσική από το Δήμο του Μιλάνου σε συνεργασία με τη Δραματική σχολή Civica scuola d’ l Arte Drammatica di Milano:

- Forme della musica vocale e strumentale (ricerca a Creta n.2) (1981)
- Μusica popolare a Creta (ricerca a Creta n.1) (1983)

Ο Στέλιος Λαϊνάκης είναι βασικό στέλεχος και, εδώ και χρόνια, πρόεδρος του μουσικού Συλλόγου «Ο Χάρχαλης». Έχει συμμετάσχει τόσο ως διοργανωτής όσο και ως μουσικός σε Μουσικολογικά Συνέδρια για την Παραδοσιακή Μουσική, φεστιβάλ κρητικής μουσικής και χορού, και εκδηλώσεις με το σύλλογο «Χάρχαλη» στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ έχει εμφανιστεί σε πολλά ελληνικά και ξένα ΜΜΕ.

Ανέδειξε μουσικές και τραγούδια όπως τα ταμπαχανιώτικα και, ως μοναδικός μαθητής του Φουσταλιέρη, διέσωσε και ανέδειξε ως όργανο (σε ό,τι αφορά την κατασκευή και τον τρόπο παιξίματος) το μπουλγαρί. Μετά τον Φουσταλιέρη, για την ακρίβεια, το μπουλγαρί θα είχε χαθεί χωρίς τον Στέλιο Λαϊνάκη. Έμαθε τα μυστικά της κατασκευής του ιδιαίτερου αυτού, αστικού κρητικού εγχόρδου από διά- φορους παλιούς οργανοποιούς όπως ο Γεώργιος Φραγγεδάκης, και δίδαξε νεώτερους κατασκευαστές, ένας από τους οποίους είναι και ο γιος του, Λεωνίδας.

Ο Στέλιος Λαϊνάκης επιμελήθηκε και συμμετείχε σε πολλές, σημαντικές δισκογραφικές δουλειές.

Με τον σύλλογο Χάρχαλη:

- Τα Ενθυμήματα (σε συνεργασία με το Γιώργο Παπαδάκη)
- Τζιμάκης 75 χρόνια
- Στρατής Γαλαθιανάκης ή Γαλαθιανός
- Μάρκος Παπαδάκης
- Πολυρρήνιας Ανακρούσματα (Νο-1 και Νο-2) Επίσης:
- Ναύτης: Μουσικές Παρακαταθήκες (Νο-1 και Νο-2)
- Εσιγανέψαν οι καιροί (εκδόσεις του Ελληνικού Αρχείου Μουσικής)
- Έλληνες Ακρίτες (Κρήτη) (εκδόσεις του Ελληνικού Αρχείου Μουσικής)

Με τους καθηγητές του πανεπιστημίου της Μπολόνια, R. Leydi και T. Magrini:

- Το βιολί στη δυτική Κρήτη (Le Violon en Crete Occidentale, έκδοση της γαλλικής εταιρίας Silar)
- Musica popolare di Creta
- Vocal music in Crete

Το 2006 τιμήθηκε ως Πρωτεργάτης για την διαμόρφωση των διαδικασιών της Επιστημονικής Προσέγγισης της Κρητικής Μουσικής από το Δήμο Πετρούπολης και τον Σύλλογο Κρητών, και το 2011 τιμήθηκε από το Δήμο Ιεράπετρας για την προσφορά του στην Κρητική Παράδοση.

Ταμπουράς

Ταμπουράς

Η ονομασία ταμπουράς χρησιμοποιείται για μια σειρά από όργανα της οικογένειας του λαγούτου. Είναι γνωστά ήδη από τη 2η χιλιετία π.Χ στη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο, έχουν μικρό ηχείο, μακρύ χέρι και παίζονται με πλήκτρο-πένα ή με δάχτυλα.

Όργανα του τύπου ταμπουρά βρίσκουμε και στον ελλαδικό χώρο ήδη από τους αρχαιοελληνικούς χρόνους , με την ονομασία πανδουρίς , πανδούρα ή τρίχορδον .Το όργανο αυτό πέρασε στο Βυζάντιο ως Θαμπούρα( όργανο του Διγενή Ακρίτα – μουσικού στα βυζαντινά έπη) για να γίνει ο ταμπουράς στη νεότερη Ελλάδα (αγαπημένο όργανο του στρατηγού Μακρυγιάννη που διασώζεται στο Ιστορικό Εθνολογικό Μουσείο).

Ο μεταγενέστερος ταμπουράς , σαν και αυτόν που θα γνωρίσουμε σήμερα, έχει σχετικά μικρό και αχλαδόσχημο ηχείο, μακρύ χέρι που ξεπερνάει το μέτρο και δύο διπλές, συνήθως, χορδές. Χάρη στο μακρύ χέρι και τους κινητούς μπερντέδες, που μπορούν να μετακινηθούν, ο ταμπουράς δίνει όλη την ποικιλία των μουσικών διαστημάτων της δημοτικής μουσική. Γι’ αυτό και ο ταμπουράς είναι υποχρεωτικό όργανο για την εκπαίδευση μαθητών Μουσικών Γυμνασίων και Λυκείων στην παραδοσιακή μουσική. Ένας ιδιαίτερος τύπος κρητικού ταμπουρά είναι το μπουλγαρί.

Ταμπουρά έπαιζαν πολλοί αγωνιστές του 1821, σύμφωνα με μαρτυρίες . Ο Κατσαντώνης , αλλά και ο Ρήγας και ο Κολοκοτρώνης αναφέρονται « να σέρνουν όπου πήγαιναν τον ταμπουρά και να ξεχνιούνται με ένα κλέφτικο τραγούδι». Ταμπουρά έπαιζε και ο στρατηγός Μακρυγιάννης. Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο φυλάσσεται ο ταμπουράς που θεωρείται ότι του άνηκε. Αναπαλαιώθηκε από το Νίκο Φρονιμόπουλο, ο οποίος μελετώντας τα αρχικά του κατασκευαστή του – τα οποία ήταν σκαλισμένα στον ταμπουρά- ανακάλυψε τον Λεωνίδα Γάιλα, τον δημιουργό αυτού του οργάνου. Ο ταμπουράς αυτός έχει ιδιαίτερη ιστορική αξία.